Κλαυσίγελως και ομορφάσχημο χιούμορ

ΚΑΘΗΙΜΕΡΙΝΗ - Hμερομηνία :  25-12-05 http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathglobal_1_25/12/2005_1285028
Κλαυσίγελως και ομορφάσχημο χιούμορ
Δ. Ε. ΦIΛΛIΠHΣ
Δημοσιογράφος - καθηγητής Ισπανικών,
διδάσκων Ισπανικό Πολιτισμόστο Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Ο EΛEEINOΣ και πανάθλιος αρχετυπικός ήρωας με τη διπλή υπόσταση (δεν υφίσταται δίχως τον αντιήρωά του ούτε και αφίσταται από εκείνον) έχει καταξιωθεί διαχρονικά στην παγκόσμια λογοτεχνία ως η πλέον αριστουργηματική κωμικοτραγική επινόηση. Ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες δομήθηκε πάνω σε αυτή «τη διαλεκτική της εναλλαγής ή της ταλάντευσης ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό» (Ορτέγκα υ Γκασέτ). Αν όχι πρώτα απ' όλα, οπωσδήποτε όμως συν τοις άλλοις, ο Δον Κιχώτης είναι ένα «παιγνίδι ακροβασίας μεταξύ της τρέλας και της λογικής» (Α. Ζαχαρέας). Και ο αναγνώστης καλείται να διατηρήσει τις ισορροπίες, «εφόσον δεν συγχέει τη λογοτεχνική επινόηση των γεγονότων με τα γεγονότα της επινόησης» (Ναμπόκοφ).

Oλοι οι ήρωες-θεατρίνοι του έργου προκαλούν θυμηδία και ιλαρότητα. Με βάση αυτήν την αντινομία, διακρίνονται σε δύο τύπους, στον τρελαμένο ή όχι «καλόβολο ψώνιο»-θύμα της «φάρσας απάτης» (Δον Κιχώτης, Σάντσο Πάντσα, Καρδένιος) και στον λογικό χωρατατζή-εμπνευστή της «φάρσας ταπείνωσης» (ο πανδοχέας, ο παπάς, ο κουρέας, ο σπουδαστής, η πόρνη και η παρθένα, ο δούκας και η δούκισσα…). Πρόκειται για έναν «παράξενο θίασο της χαρμολύπης», όπως ακριβώς περιγράφεται στο ενδέκατο κεφάλαιο του δεύτερου τόμου, όταν εμφανίζεται «η άμαξα της ακολουθίας του θανάτου», και ο Δον Κιχώτης ταυτίζει τους μεταμφιεσμένους πλανόδιους θεατρίνους με τους ρόλους που ενσαρκώνουν. Συγχέει, δηλαδή, όχι μόνο την πραγματικότητα με τη φαντασίωση, αλλά τη ζωή με το θάνατο, σύγχυση που χαρακτηρίζει, τελικά, «αυτό το πιο διασκεδαστικό θλιμμένο βιβλίο από όλα τα βιβλία» (Ντοστογιέφσκι).

«O Δον Kιχώτης και η άμαξα, ή καρότσα, των Mορφών του Θανάτου». Mια ακόμη περιπέτεια όπου ο γενναίος ιππότης συγχέει την πραγματικότητα με τη φαντασίωση, ταυτίζοντας τους μεταμφιεσμένους θεατρίνους ενός πλανόδιου θιάσου με τους ρόλους που ενσαρκώνουν. Σύγχυση που χαρακτηρίζει όλον τον «Δον Kιχώτη», «αυτό το πιο διασκεδαστικό θλιμμένο βιβλίο από όλα τα βιβλία», όπως το χαρακτήρισε ο Φιοντόρ Nτοστογιέφσκι. Πίνακας του Aντρέ Mασόν. «The Cleveland Museum of Art, Kλίβελαντ, HΠA.

Πολιτική πράξη

Ο κλαυσίγελως είναι, ως επί το πλείστον, δοκιμασμένη συνταγή. Παρά το χοντροκομμένο χιούμορ, το έργο πάντα ενδιαφέρει κυρίως ως θεατρική ή κινηματογραφική διασκευή, δεδομένου ότι το πρωτογενές μήνυμά του ως αναγνώσματος (η πραγματικότητα τιμωρεί τους φαντασιόπληκτους) θεωρείται σήμερα απολύτως κοινότοπο. Το θέμα είναι, ωστόσο, ότι ο Θερβάντες παρωδεί και χλευάζει, περιπαίζει και εμπαίζει, γελοιογραφεί και σατιρίζει αυτό ακριβώς το κοινότοπο, αλλά «σημαντικά ασήμαντο», της εποχής του και, κατ' επέκταση, της κάθε εποχής. Σημαντικά ασήμαντοι ήταν, είναι πάντοτε, οι κάθε λογής «πλανόδιοι απειθάρχητοι», περιθωριακοί ημιπαράνομοι και πάμφτωχοι, ημεδαποί και ομόθρησκοι ή αλλοδαποί κι αλλόθρησκοι μετανάστες του παγκόσμιου τόπου της Μάντσας. Τύποι-χαρακτήρες που αναζητούν και ονειρεύονται τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου τους, την κοινωνική ανέλκυση και καταξίωση. Για το σκοπό αυτό δουλεύουν και «δουλεύονται» σκληρά από τους άλλους, ενίοτε τους «δουλεύουν», κάποτε επαναστατούν. Από αυτή την άποψη, η διανομή ρόλων στον Δον Kιχώτης συνιστά μια πολιτική πράξη ιστορικής αξίας.

Στην εποχή του Θερβάντες του ισπανικού χρυσού αιώνα των τεχνών, της φτώχειας και της Ιεράς Εξετάσεως, για την πλειονότητα των υπηκόων της ισπανικής αυτοκρατορίας οι ευκαιρίες βελτίωσης του βιοτικού και κοινωνικού επιπέδου ήταν ελάχιστες. Εφόσον ελάχιστοι επέλεγαν την αμφίβολη και ριψοκίνδυνη καριέρα του μισθοφόρου-χρυσοθήρα της Νέας Γης, η κοινωνική ανέλκυση ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί είτε μέσω της εξαγοράς του τίτλου ευγενείας (Δον), είτε μέσω της παράνοιας, υποκριτικής ή αληθινής. Ο «πραγματιστής» Σάντσο δεν έγινε «κονκισταδόρ», και γι' αυτό δεν έχει άλλη επιλογή από το να ονειρεύεται με τα όνειρα του αφεντικού του, ότι ίσως γίνει διοικητής σε ένα νησάκι. Ο τολμών στο δικαίωμα της τρέλας του ονείρου είναι μόνο ο Δον Κιχώτης. Και στην Ισπανία των αρχών του ΙΓ΄ αιώνα, πιο πολλοί ήταν οι Σάντσοι-κρυφοί Κιχώτηδες, αλλά δεν θα πρέπει να ήταν ασυνήθιστο μπουρλέσκο και οι πλανόδιοι μισότρελοι, «που κανείς δεν τους είχε βάλει εκείνο το ''Δον'' μπροστά» (τ. 2-κεφ. 5), και που κανείς δεν ήξερε αν «ήταν κόλπα κι αστεία ή σοβαρά όσα έκαναν» (τ.1-κεφ.25), δεδομένου ότι αυτοί οι παράφρονες είχαν το χάρισμα τόσο «να αγγίζουν τα πράγματα με το χέρι τους για να ξεδιαλύνουν την πλάνη τους» (τ.2-κεφ.11), όσο και «να γνωρίζουν τι είναι έξω από τη φυσική τάξη» (τ.2-κεφ.41).

«Bγάζοντας τον Δον Kιχώτη από το νερό». O λεοντόκαρδος ιππότης μετρούσε το ένα φιάσκο μετά το άλλο, αλλά μυαλό δεν έβαζε, στο αριστούργημα του Θερβάντες που δομήθηκε «πάνω στη διαλεκτική της εναλλαγής ή της ταλάντευσης ανάμεσα στο τραγικό και στο κωμικό». Tα παθήματά του συχνά προκαλούν τον οίκτο και όχι το γέλιο του αναγνώστη. Πίνακας του Antonio Munoz Degrain, 1917. Eθνική Bιβλιοθήκη, Mαδρίτη.

Kανείς δεν ξεφεύγει

Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Ο απροσδιόριστος βαθμός της τρέλας αναδεικνύει εξ ορισμού τον πρωταγωνιστή σε «χαρισματικό ιδαλγό». Οι άλλοι, που δεν ξεφεύγουν από τα στερεότυπα, είναι μόνο «φαρσέρ», άλλοτε ευφυείς κι ευγενείς, άλλοτε χαζοί και κακόβολοι. Οι διάφοροι θηλυκοί κουασιμόδοι ενσαρκώνουν, μεταξύ άλλων, πειστικά αυτό το ρόλο. Γυναίκες «ομορφάσχημες», άσχημες σαν τις φάρσες τους, όπως οι δυο αναιδείς δεσποσύνες που δένουν τον Δον Κιχώτη από το φεγγίτη ενός πανδοχείου (τ.1-κεφ.43), είναι συνάμα πανέμορφες, όχι μόνο στη φαντασία του ήρωα, αλλά διότι διεκδικούν με απόλυτη επιτυχία το δικαίωμα στον έρωτα της ζωής. Και ο Θερβάντες «αυτός ο μεγαλύτερος των φαρσέρ και ο καλύτερος των πανσέρ» (Μ. Μητσάκης), «δωρίζει» το χρίσμα-χάρισμα στον ήρωα, «δεδομένου ότι είναι ο αυτός ο ''υπαρκτός'' πρωταγωνιστής και όχι ο συγγραφέας, εκείνος ο οποίος αλλάζει την ''περιγραφή'' του κοινωνικού του στάτους και όχι το στάτους καθεαυτό» (Α. Ζαχαρέας). Παράλληλα, όμως, είναι πάλι ο Θερβάντες που επιτρέπει στον ήρωά του την αλλαγή αυτή, καθώς δεν τον «θεσμοθετεί» κλείνοντάς τον σε φρενοκομείο, όπως έκανε ο Αβιλιανέδα με τον δικό του Δον Κιχώτη, αλλά αφήνει την πλάνη του να «πλανάται ελεύθερη». Και με την ειρωνεία του αμέτοχου συγγραφέα-θεού, που «πονάει διότι ταυτίζεται» με τον ήρωά του («εγώ κι αυτός είμαστε ένα», τ.2-κεφ.74), πριν τον «πεθάνει», και «σε ώρες που κανείς δεν παίζει με την ψυχή του», τον «γιατρεύει» από την αυταπάτη, δηλαδή τον «επιστρέφει» στην κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα, από την οποία τελικά κανείς δεν ξεφεύγει.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

A.N. Zahareas, «La funcion historica de la locura en Quijote (La secularizacion de los discursos quijotescos)», στο A. Bernat Vistarini, «Volver a Cervantes», Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου της Εταιρείας Θερβαντιστών, Ναύπακτος, 1-8 Οκτωβρίου 2000.

J. Bautista Avalle Arce, «Don Quijote como forma de vida», 1976.

 


Copyright © 2009 dfilippis.gr - Designed by Stepho.